• Limits

Limits _ 2008 – 2018

Όρια _ 2008 – 2018

όριο (το) {ορί-ου | -ων} 1. το σημείο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να εκτείνεται
ή να υπάρξει (κάτι). η μεγαλύτερη δυνατή έκταση. ο ανώτερος δυνατός βαθμός
2. το διαχωριστικό σημείο 3. το σημείο πέρα από το οποίο αρχίζει κάτι άλλο
4. το σημείο πέρα από το οποίο αποκτά κανείς συγκεκριμένο δικαίωμα
5. (ειδικότ.) το σημείο που θεωρείται φραγμός, κάτι αξεπέραστο 6. όρια (τα) οι φραγμοί
(ηθικοί, κοινωνικοί) 7. το σύνορο 8. το ανώτατο επιτρεπτό σημείο. μέγεθος κ.λ.π.
9. (μαθημ.) η διαρκής προσέγγιση ενός σημείου, η διαρκής μείωση μιας απόστασης
χωρίς όμως ποτέ αυτή να μηδενίζεται.

1    A point or level beyond which something does not or may not extend or pass.
1.1 (often limits) The terminal point or boundary of an area or movement.
1.2 The furthest extent of one’s physical or mental endurance.
2    A restriction on the size or amount of something permissible or possible.
2.1 A speed limit.
3   (Mathematics) A point or value which a sequence, function,
or sum of a series can be made to approach progressively,
until they are as close to it as desired.