• Limits

Limits _ 2008 – 2011

Όρια _ 2008 – 2011

όριο (το) {ορί-ου | -ων} 1. το σημείο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να εκτείνεται
ή να υπάρξει (κάτι). η μεγαλύτερη δυνατή έκταση. ο ανώτερος δυνατός βαθμός
2. το διαχωριστικό σημείο 3. το σημείο πέρα από το οποίο αρχίζει κάτι άλλο
4. το σημείο πέρα από το οποίο αποκτά κανείς συγκεκριμένο δικαίωμα
5. (ειδικότ.) το σημείο που θεωρείται φραγμός, κάτι αξεπέραστο 6. όρια (τα) οι φραγμοί
(ηθικοί, κοινωνικοί) 7. το σύνορο 8. το ανώτατο επιτρεπτό σημείο. μέγεθος κ.λ.π.
9. (μαθημ.) η διαρκής προσέγγιση ενός σημείου, η διαρκής μείωση μιας απόστασης
χωρίς όμως ποτέ αυτή να μηδενίζεται